Οι διαταραχές του ασβεστίου περιλαμβάνουν καταστάσεις όπως η υπερασβεστιαιμία και η υποασβεστιαιμία, οι οποίες επηρεάζουν τη συγκέντρωση του ασβεστίου στο αίμα και έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία.
Παθογένεια
Υπερασβεστιαιμία: Χαρακτηρίζεται από αύξηση της συγκέντρωσης του ολικού ασβεστίου στο αίμα πάνω από 10,5 mg/dl (>2,6 mmol/L). Μπορεί να προκληθεί από υπερπαραθυρεοειδισμό, κακοήθειες, υπερβιταμίνωση D, υπερβολική κατανάλωση ασβεστίου ή νεφρική ανεπάρκεια.
Υποασβεστιαιμία: Χαρακτηρίζεται από μείωση της συγκέντρωσης του ασβεστίου στο αίμα κάτω από 8,5 mg/dl. Μπορεί να οφείλεται σε υποπαραθυρεοειδισμό, έλλειψη βιταμίνης D, νεφρική ανεπάρκεια ή υπομαγνησιαιμία.
Συμπτώματα
Υπερασβεστιαιμία: Ναυτία, έμετοι, κόπωση, αδυναμία, σύγχυση, υπέρταση, αρρυθμίες και, σε σοβαρές περιπτώσεις, κώμα.
Υποασβεστιαιμία: Μυϊκοί σπασμοί, μουδιάσματα, κράμπες, σπαστικότητα, καρδιακές αρρυθμίες και, σε σοβαρές περιπτώσεις, σπασμοί.
Διάγνωση
Εργαστηριακές εξετάσεις: Μέτρηση των επιπέδων του ολικού και ιονισμένου ασβεστίου στο αίμα, καθώς και των επιπέδων της παραθυρεοειδούς ορμόνης (PTH), της βιταμίνης D και του φωσφόρου.
Απεικονιστικές μέθοδοι: Σε περιπτώσεις υπερασβεστιαιμίας, μπορεί να απαιτηθεί απεικόνιση για τον εντοπισμό κακοήθειας ή άλλων αιτίων.
Θεραπεία
Υπερασβεστιαιμία: Ενυδάτωση με φυσιολογικό ορό, χορήγηση διουρητικών, χορήγηση διφωσφονικών ή καλσιτονίνης, και αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας.
Υποασβεστιαιμία: Χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου και βιταμίνης D, καθώς και αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας.
Η διαχείριση των διαταραχών του ασβεστίου απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση και στενή παρακολούθηση από ιατρό.